άξιος λόγου /ˈa.ksi.os ˈlo.ɣu/ Επίθετο

English
worthwhile
English
worthwhile

Example

  • Η εκδρομή άξιζε τον κόπο παρά τη βροχή.
  • It was a worthwhile trip despite the rain.
  • Εδώ το ρήμα «αξίζω» είναι το κλειδί.