Δικαιοσύνη /ðikaoˈsini/ Noun

English
justice
English
justice

Example

  • Η Αλίκη αφιέρωσε τη ζωή της στον αγώνα για την κοινωνική [δικαιοσύνη] και την ισότητα των γυναικών.
  • She spent her life fighting for social justice and equality for women.
  • Εδώ τονίζεται η κοινωνική διάσταση, η 'social justice'.