Δύσκολος /ðiˈskolos/ Adjective

English
hard
English
hard

Example

  • Ήταν μια δύσκολη επιλογή να κάνω.
  • It was a hard choice to make.
  • Εδώ το 'δύσκολος' αφορά την ηθική ή λογική πολυπλοκότητα.