πρώιμος /ˈpro.i.mos/ Adjective
- English
- early
- English
- early
Example
- Το πρώιμο (πρώτος / αρχικός / πρώιμος) φως του πρωινού είναι συχνά το πιο γαλήνιο.
- The early morning light is often the most peaceful.
- Η πρωινή δροσιά και το φως συνδέονται με την καθαρότητα.