Βάσιμο /vaˈsɪmo/ Εγκυρος

English
valid
English
valid

Example

  • Έχεις [ισχυρός / θεμιτός / έγκυρος] διαβατήριο;
  • Do you have a valid passport?
  • Στα έγγραφα, το 'έγκυρος' είναι η μόνη σωστή επιλογή.