Εκμετάλλευση /ekmetaˈlefsi/ Noun

English
exploitation
English
exploitation

Example

  • Η εκμετάλλευση των παιδιών στα εργοστάσια είναι μια παγκόσμια τραγωδία. [κακοποίηση / καταχρηστική χρήση / αισχροκέρδεια] — της: Η εκμετάλλευση των παιδιών στα εργοστάσια είναι μια παγκόσμια τραγωδία.
  • The exploitation of children in sweatshops is a global tragedy.
  • Εδώ τονίζεται η ηθική διάσταση της αδικίας.