εντυπωσιάζομαι /endipi.o.siˈa.zo.me/ Adjective
- English
- amazed
- English
- amazed
Example
- Έμεινα [Εκπληκτος] — του: Μου έκανε εντύπωση πόσο είχε αλλάξει η πόλη.
- I was amazed at how much the city had changed.
- Το «έμεινα» (παθητική φωνή του μένω) τονίζει την παροδική κατάσταση του αισθήματος.