ελεύθερα /eˈlefθeɾa/ Adverb
- English
- freely
- English
- freely
Example
- Ο πρώτος [ελεύθερα] εκλεγμένος πρόεδρος της χώρας ορκίστηκε σήμερα.
- The country’s first freely elected president took office today.
- Εδώ το 'ελεύθερα' τονίζει την απουσία εξωτερικής επιβολής στην εκλογή.