Εμμονή /emoniˈ/ Noun
- English
- obsession
- English
- obsession
Example
- Ο φόβος της για την πτήση αγγίζει τα όρια της [εμμονή] (εμμονή / εμπαθής σκέψη / εμπόλεμη ενασχόληση) — της.
- Her fear of flying is bordering on obsession.
- Εδώ η 'εμμονή' έχει αρνητική, παθολογική χροιά.