συναισθηματικά /sinɛsθiˈma.ti.ka/ Adverb

English
emotionally
English
emotionally

Example

  • Τα παιδιά ταράχτηκαν συναισθηματικά από τη μετακόμιση.
  • The children were emotionally disturbed by the move.
  • Εδώ το 'συναισθηματικά' λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του ρήματος 'ταράχτηκαν'.