επαρκής /afiˈkand] Επαρκής

English
sufficient
English
sufficient

Example

  • Διαθέτουμε την [επαρκή] (ικανή / επαρκή / ικανοποιητική) ρευστότητα για να καλύψουμε τα έξοδα.
  • We have sufficient funds to cover the costs.
  • Εδώ τονίζεται η κάλυψη του συνόλου των απαιτήσεων.