ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ /epiˈdo.ti.si/ Noun
- English
- subsidy
- English
- subsidy
Example
- Η κυβέρνηση παρέχει **επιδότηση** (οικονομική ενίσχυση / χορηγία / κρατική στήριξη) για ηλεκτρικά οχήματα.
- The government provides a subsidy for electric vehicles.
- Εδώ τονίζεται η περιβαλλοντική πολιτική.