Βλαβερό /vlaˈveˈro/ Επικίνδυνος
- English
- harmful
- English
- harmful
Example
- Οι **επιβλαβείς** (βλαβερός / επικίνδυνος / βλαπτικός) επιπτώσεις της ρύπανσης είναι ορατές παντού.
- The harmful effects of pollution are visible everywhere.
- Το 'επιβλαβής' είναι πιο επίσημο για περιβαλλοντικές/ιατρικές επιπτώσεις.