εσωτερικός /esoteriˈkos/ Adjective

English
indoor
English
indoor

Example

  • Χρειαζόμαστε έναν [εσωτερικός χώρος] για το πάρτι.
  • We need an indoor space for the party.
  • Το 'εσωτερικός' εδώ λειτουργεί ως επίθετο που προσδιορίζει τον 'χώρο'.