Ποτέ (σε ερωτήσεις/αρνήσεις) /poˈte/ Adverb

English
ever
English
ever

Example

  • Τίποτα δεν συμβαίνει ποτέ (ποτέ / σε καμία στιγμή / καθόλου) σε αυτή τη μικρή πόλη.
  • Nothing ever happens in this small town.
  • Στην άρνηση, το 'ever' μεταφράζεται ως 'ποτέ' στα Νέα Ελληνικά.