εξετάζω /eɡzeˈtazo/ Verb

English
examine
English
examine

Example

  • Ο γιατρός θα [εξετάσει] (επιθεωρώ / ελέγχω / διακρίνω) το ιστορικό του ασθενούς.
  • The doctor will examine the patient's chart.
  • Το 'εξετάζω' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για ιατρικό/διοικητικό έλεγχο.