Εξηγώ /e.ksiˈɣo/ Verb
- English
- explain
- English
- explain
Example
- Μπορείς να φωτίσεις (εξηγήσεις / διασαφηνίσεις / καταστήσεις φανερό) πώς δουλεύει αυτή η μηχανή;
- Could you explain how this machine works?
- Το 'φωτίζω' δίνει μια ζεστή, φωτεινή εικόνα της κατανόησης.