Παραδοχή /paraˈðoʝi/ Noun

English
confession
English
confession

Example

  • Μετά από ώρες ανάκρισης, έκανε πλήρη εξομολόγηση. (Η εξομολόγησή της ήταν συγκλονιστική.)
  • After hours of questioning, she finally made a full confession.
  • Εδώ η 'εξομολόγηση' έχει βαρύτητα, σαν να βγάζει κάτι από μέσα της.