σεξ /sɛks/ Noun
- English
- sex
- English
- sex
Example
- Πώς ξεχωρίζεις το φύλο ενός ψαριού; [Το αρσενικό / Το θηλυκό / Το ουδέτερο] — Είναι δύσκολο να το δεις με γυμνό μάτι.
- How can you tell what sex a fish is?
- Εδώ χρησιμοποιείται το ουδέτερο «φύλο» για βιολογική αναφορά.