γλυπτό /ʝlypˈtici/ Noun
- English
- sculpture
- English
- sculpture
Example
- Το πάρκο φιλοξενεί ένα μεγάλο μπρούτζινο **γλυπτό** ενός τοπικού ήρωα.
- The park features a large bronze sculpture of a local hero.
- Το 'γλυπτό' καλύπτει τα πάντα, από μικρά αντικείμενα μέχρι μνημεία.