εξοχή /e̞ksoˈçi/ Noun

English
countryside
English
countryside

Example

  • Η γύρω [ύπαιθρος] είναι ανεμοδαρμένη και βραχώδης.
  • The surrounding countryside is windswept and rocky.
  • Το «ύπαιθρος» εδώ είναι ο πιο επίσημος και ποιητικός όρος.