ιδιαίτερα /iðiˈtɛra/ Adverb
- English
- highly
- English
- highly
Example
- Είναι **ιδιαιτέρως** απίθανο να ακυρωθεί η συνάντηση. [Είναι **εξαιρετικά** / **πολύ** απίθανο]
- It is highly unlikely that the meeting will be cancelled.
- Το 'ιδιαιτέρως' ταιριάζει τέλεια με το 'απίθανο' (unlikely).