Διαδίκτυο /ðiæðíˈktio/ Noun
- English
- internet
- English
- internet
Example
- Περνάει ώρες κάθε μέρα στο [το ίντερνετ] (το διαδίκτυο / το δίκτυο) — η ζωή της είναι εκεί.
- She spends hours every day on the internet.
- Η λέξη είναι δάνειο και χρησιμοποιείται αυτούσια.