Καινοτομία /kɛ.i.no.toˈmi.a/ Noun

English
innovation
English
innovation

Example

  • Η εταιρεία είναι πρωτοπόρος στην ψηφιακή [η καινοτομία] — της [ψηφιακής καινοτομίας].
  • The company is a leader in digital innovation.
  • Το 'ψηφιακή' (digital) είναι η πιο συχνή επίθετη σύνδεση.