Καλοκαίρι /ka.lo.ˈce.ri/ NounEnglishsummerEnglishsummerExampleΣχεδιάζουμε ένα ταξίδι για το καλοκαίρι.We are planning a trip for the summer.Το 'καλοκαίρι' είναι η πιο συχνή λέξη.