κατά λάθος /kaˈta ˈlaθos/ Επίρρημα

English
accidentally
English
accidentally

Example

  • Κατά λάθος πάτησα το 'αποστολή σε όλους' (reply all).
  • I accidentally hit 'reply all'.
  • Το 'κατά λάθος' είναι το πιο συχνό και φυσικό.