Σαφής /saˈfis/ Adjective

English
clear
English
clear

Example

  • Μου έδωσε [καθαρές/ευκρινείς/διαυγείς] οδηγίες για το πώς να φτάσω.
  • She gave me clear and precise directions.
  • Το 'καθαρές' είναι το πιο συνηθισμένο εδώ.