ΚΕΡΔΙΖΩ / ΑΠΟΚΤΩ /cerˈði.zo/ Noun

English
gain
English
gain

Example

  • Η αντιπολίτευση έκανε απροσδόκητα **κερδή** στις τελευταίες εκλογές. (Η απόκτηση / Η συσσώρευση / Το πλεονέκτημα)
  • The opposition made unexpected gains in the last election.
  • Εδώ το 'κερδίζω' (ρήμα) μετατρέπεται σε ουσιαστικό 'κερδός' (πληθ. 'κερδή').