κόλπο /ˈkol.po/ Noun

English
trick
English
trick

Example

  • Έπρεπε να σκαρφιστούν ένα κόλπο για να περάσουν τους φρουρούς.
  • They had to think of a trick to get past the guards.
  • Εδώ το 'κόλπο' είναι η ευρηματική λύση.