Λογιστής /lo.ʝiˈstis/ Noun

English
accountant
English
accountant

Example

  • Μιλήσαμε με τον επικεφαλής **λογιστή** της εταιρείας.
  • We talked to the company’s chief accountant.
  • Εδώ το 'επικεφαλής' δίνει την έννοια του 'chief'.