Λυπάμαι /liˈpame/ NounEnglishpityEnglishpityExampleΕίναι **μεγάλη λύπη** (λύπη / συμπόνια / οίκτος) που δεν μπορείς να μείνεις άλλο.It's a pity that you can't stay longer.Το 'μεγάλη λύπη' είναι η πιο φυσική έκφραση για το 'It's a pity'.