μετανάστευση /metanaˈstehsi/ Noun

English
immigration
English
immigration

Example

  • Η χώρα έχει μακρά ιστορία [μετανάστευσης] (απόδημων / ρεύματος / εισόδου). — Η χώρα έχει μακρά ιστορία μετανάστευσης.
  • The country has a long history of immigration.
  • Το 'απόδημος' αναφέρεται συχνά στους Έλληνες που φεύγουν, αλλά εδώ μιλάμε για την εισερχόμενη ροή.