Αηδιαστικό / Ακαθάριστο /ɡrɔs/ Επίθετο

English
gross
English
gross

Example

  • Το [μικτό] βάρος της αποστολής περιλαμβάνει τη συσκευασία.
  • The gross weight of the shipment includes the packaging.
  • Εδώ το 'μικτός' είναι ο καθιερωμένος όρος.