μονάδα /moˈnaða/ Noun

English
unit
English
unit

Example

  • Το συγκρότημα κατοικιών αποτελείται από πενήντα ατομικές **μονάδες**.
  • The apartment complex consists of fifty individual units.
  • Στην κτηματαγορά, η 'μονάδα' είναι ο τυπικός όρος για διαμέρισμα/γραφείο.