Μορφωμένος /morˈfo.me.nos/ Adjective

English
educated
English
educated

Example

  • Είναι μια πολύ [Μορφωμένος / μορφωμένη / μορφωμένοι] επιστήμονας.
  • She is a highly educated scientist.
  • Το 'Μορφωμένος' είναι η πιο ζεστή και συχνή επιλογή.