μπουκάλι /buˈkali/ Noun

English
bottle
English
bottle

Example

  • Άρπαξε ένα μπουκάλι με κρύο νερό από το ψυγείο.
  • She grabbed a bottle of cold water from the fridge.
  • Το 'κρύο νερό' είναι η τυπική έκφραση για παγωμένο νερό.