Νομοθετικό Σώμα /no̞moθe̞ˈti.ko̞ ˈso̞.ma/ Noun

English
legislature
English
legislature

Example

  • Το πολιτειακό [νομοθετικό σώμα] (Βουλή / Κοινοβούλιο / Νομοθετική Συνέλευση) συνεδριάζει στο κτίριο της πρωτεύουσας.
  • The state legislature meets in the capital building.
  • Στην Ελλάδα, το νομοθετικό σώμα είναι η Βουλή των Ελλήνων.