νόρμα /ˈnɔrma/ Noun
- English
- norm
- English
- norm
Example
- Σε αυτό το γραφείο, το να μένεις ως αργά είναι η [νόρμα] — σαν να είναι το νέο μας [κανονικότητα] / [πρότυπο].
- In this office, staying late is the norm.
- Η λέξη «νόρμα» είναι άμεση δανειοληψία, αλλά πλήρως ενσωματωμένη.