ορατός /oɾaˈtos/ Adjective

English
visible
English
visible

Example

  • Το φεγγάρι ήταν καθαρά [ορατό] στον νυχτερινό ουρανό.
  • The moon was clearly visible in the night sky.
  • Χρησιμοποιούμε το ουδέτερο 'ορατό' όταν το ουσιαστικό είναι ουδέτερο (το φεγγάρι).