όροι /ˈo̞ri/ Noun

English
terms
English
terms

Example

  • Οι όροι της ειρήνης [διατυπώσεις / συνθήκες / προϋποθέσεις] υπογράφηκαν χθες.
  • The peace terms were signed yesterday.
  • Εδώ το 'όροι' είναι η καθιερωμένη λέξη για ειρηνευτικές συμφωνίες.