παράμετρος /paˈrametros/ Noun

English
parameter
English
parameter

Example

  • Το λογισμικό λειτουργεί εντός συγκεκριμένων **παραμέτρων** — του **ορισμού** / **κριτηρίου** / **ορίου**.
  • The software operates within specific parameters.
  • Στα τεχνικά, το 'παράμετρος' είναι το πιο ακριβές.