ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ /peˈpiθisi/ NounEnglishconvictionEnglishconvictionExampleΗ απόδειξη ήταν αρκετή για να επιτευχθεί η **καταδίκη**.The evidence was sufficient to secure a conviction.Εδώ χρησιμοποιείται η νομική έννοια.