Συμπεριλαμβάνεται /simberilamˈvanete/ Adjective

English
included
English
included

Example

  • Η νέα ενημέρωση λογισμικού **περιλαμβάνεται** (Η ενσωματωμένη / Η περιεχόμενη) — έχει νέες λειτουργίες ασφαλείας.
  • The software update has new security features included.
  • Εδώ το ρήμα είναι πιο φυσικό από το επίθετο.