πνευματικός /pnevmaˈtikos/ Επίθετο

English
spiritual
English
spiritual

Example

  • Αναζήτησε **πνευματική** καθοδήγηση (καθοδήγηση / στήριξη / βοήθεια) κατά τη διάρκεια της θλίψης της.
  • She sought spiritual guidance during her time of grief.
  • Εδώ τονίζεται η ανάγκη για εσωτερική, μη υλική υποστήριξη.