Προηγμένος /proiˈmɛnos/ Adjective
- English
- advanced
- English
- advanced
Example
- Οι επιστήμονες δουλεύουν πάνω σε εξαιρετικά **προχωρημένη** τεχνολογία για την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων.
- Scientists are working on highly advanced technology to replace fossil fuels.
- Εδώ τονίζεται η τεχνολογική πολυπλοκότητα.