προκαταρκτικός /prokataɾktikos/ Εισαγωγικός
- English
- preliminary
- English
- preliminary
Example
- Μετά από μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις, ο CEO άνοιξε το λόγο για ερωτήσεις.
- After a few preliminary remarks, the CEO opened the floor for questions.
- Το 'προκαταρκτικός' εδώ δίνει έναν τόνο σοβαρότητας, όχι απλώς 'πρώτος'.