διευκρινίζω /ði.ef.kri.niˈzo/ Verb

English
specify
English
specify

Example

  • Πρέπει να **προσδιορίσεις** (να διευκρινίσεις / να καθορίσεις / να ορίσεις) το μέγεθός σου όταν παραγγέλνεις ρούχα.
  • Remember to specify your size when ordering clothes.
  • Το 'προσδιορίζω' είναι η πιο άμεση και κοινή μετάφραση στο πλαίσιο παραγγελίας.