άτομο /aˈtomɔ/ Noun

English
person
English
person

Example

  • Τι είδους «πρόσωπο» θα έκανε κάτι τέτοιο; (Ποιος άνθρωπος / Τι πλάσμα)
  • What sort of person would do a thing like that?
  • Το «πρόσωπο» εδώ τονίζει τον χαρακτήρα.