οφειλόμενο /djuː/ Adjective

English
due
English
due

Example

  • Το τρένο **αναμένεται** στις 5 το απόγευμα. (Ποιητική απόδοση: **δέον** να φτάσει)
  • The train is due at 5 PM.
  • Στην καθημερινή χρήση, το ρήμα 'αναμένεται' είναι πιο φυσικό για χρονοδιαγράμματα.