Ψεύτικος / Πλαστός (με έμφαση στο 'Fake' ως δάνειο) /feɪk/ Adjective
- English
- fake
- English
- fake
Example
- Υπήρχαν μερικά πάγκα που πουλούσαν ψεύτικες τσάντες σχεδιαστών. (Αντίγραφο / Μίμηση / Απομίμηση)
- There were a few stalls selling fake designer clothing.
- Το 'ψεύτικες' εδώ είναι το πιο φυσικό για εμπορεύματα.